λυγίζω


λυγίζω
[лигизо] р. гнуть, сгибать.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "λυγίζω" в других словарях:

  • λυγίζω — bend pres subj act 1st sg λυγίζω bend pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυγίζω — λυγίζω, λύγισα, λυγισμένος βλ. πίν. 33 και πρβλ. λυγάω …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • λυγίζω — και λυγώ, άω (AM λυγίζω, Μ και λυγῶ, άω) [λύγος] 1. (μτβ.) κάνω κάτι να καμφθεί, κάμπτω, κυρτώνω (α. «λυγίζω τά γόνατα» β. «πλευρὰν λυγίσαντος ὑπὸ ῥώμης, οἷον μυκτὴρ μυᾱται καὶ σφόνδυλος ἀχεῑ», Αριστοφ.) 2. καταβάλλω, νικώ 3. (αμτβ.) κάμπτομαι,… …   Dictionary of Greek

  • λυγίζω — λύγισα, λυγίστηκα, λυγισμένος 1. μτβ., κυρτώνω, κάμπτω κάτι: Λύγισε τη μέση της και έκανε μια στροφή. 2. αμτβ., κυρτώνομαι, κάμπτομαι: Τα κλαδιά λύγισαν από τον αέρα. 3. το μέσ., λυγίζομαι και λυγιέμαι κουνώ το κορμί μου ζωηρά. 4. μτφ., υποχωρώ:… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λυγώ — λυγίζω (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λυγίζετε — λυγίζω bend pres imperat act 2nd pl λυγίζω bend pres ind act 2nd pl λυγίζω bend imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυγιζόντων — λυγίζω bend pres part act masc/neut gen pl λυγίζω bend pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυγίζοντα — λυγίζω bend pres part act neut nom/voc/acc pl λυγίζω bend pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυγίζουσι — λυγίζω bend pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) λυγίζω bend pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λυγίζουσιν — λυγίζω bend pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) λυγίζω bend pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)